Interview with impossible.works

Ο Ακάμας της Melissa
By Κωνσταντίνα Γεωργίου

Μετά τη Λευκωσία, η Melissa Hekkers κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο της ενδιαφέρουσας σειράς «My Cyprus Mandala»

Αυτή τη φορά, η Melissa θα σου γνωρίσει τις ομορφιές του Ακάμα, σ΄ένα βιβλίο που θα σε χαλαρώσει και παράλληλα θα σε διδάξει.

Είναι περίεργο. Να δουλεύεις για χρόνια μ΄έναν άνθρωπο, αλλά να μην βρίσκεις τον χρόνο να πεις μερικές ουσιαστικές κουβέντες μαζί του, πέρα από τα τυπικά. Αυτό συνέβη με μένα και τη Melissa, με την οποία είχαμε εργαστεί στον ίδιο Δημοσιογραφικό Όμιλο. Το διαφορετικό αντικείμενο με το οποίο καταπιανόμασταν, μας οδήγησε σε μια παράλληλη διαδρομή. Μέχρι που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν κι είχα την ευκαιρία να μάθω πολλά για αυτό το κορίτσι, με καταγωγή από το Βέλγιο, που μεγάλωσε ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους και ονειρευόταν μια μέρα να γίνει συγγραφέας.

Γράφει η Κωνσταντίνα Γεωργίου

Ποια ανάγκη σε οδηγεί κάθε φορά να γράψεις ένα βιβλίο;
Πάντοτε υπάρχει ένα μήνυμα, κάποιας μορφής. Είτε πρόκειται για μια σκέψη ή αντίληψη, είτε για κάτι που έχω παρατηρήσει και αισθάνομαι την ανάγκη να το μοιραστώ. Μερικές φορές, είναι απλώς μια «μυστηριώδης ελπίδα» -αυτός είναι και ο τίτλος που χρησιμοποιώ στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής για ενήλικες που πραγματοποιώ- που με εμπνέει να βάλω μια ιδέα κάτω στο χαρτί. Ουσιαστικά, το γράψιμο είναι για μένα μια διαδικασία κατανόησης, εξωτερίκευσης συναισθημάτων και σε μερικές περιπτώσεις, αποδοχής. Και αυτό ισχύει για τα περισσότερα κείμενα που γράφω.

Από πού εμπνέεσαι την κάθε ιστορία;
Οι πηγές έμπνευσης ποικίλουν. Εξαρτάται σε ποια φάση της ζωής μου βρίσκομαι και ποιες σκέψεις περνάνε απ’ το μυαλό μου. Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι άνθρωποι, οι εμπειρίες που βιώνω και το περιβάλλον στο οποίο κινούμαι. Επειδή, όμως, δεν μπορείς να επιδιώξεις την έμπνευση, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσεις από πού προέρχεται. Μόλις βρεις την ιδανική ιδέα, καλείσαι να συνδυάσεις το παράλογο με τη λογική, τις εικόνες με το κείμενο, την πραγματικότητα με τη φαντασία και το παρελθόν με τον μέλλον, προκειμένου να μπορέσεις να γράψεις ένα παιδικό βιβλίο.

Μου ακούγεται εξαιρετικά δύσκολο. Τότε, γιατί ξεκίνησες από τα παιδικά βιβλία;
Ήθελα να γίνω συγγραφέας, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Πριν από δέκα χρόνια, αποφάσισα να το κάνω πράξη, ξεκινώντας να γράφω ένα παιδικό βιβλίο, καθώς είχα την εντύπωση πως θα ήταν πιο εύκολο. Χρειάστηκε κάποιο χρονικό διάστημα για να κατανοήσω τον τρόπο και πόσο αυτός διαφέρει από τη γραφή που απευθύνεται σε ενήλικες. Ένας ενήλικας μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο μια φορά και μετά θα το «στολίσει» σε μια βιβλιοθήκη. Αντιθέτως, ένα παιδί μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο είκοσι φορές συνεχόμενες και πάντα βρίσκει στοιχεία που θα του κεντρίσουν το ενδιαφέρον. Οπότε, είναι τεράστια πρόκληση για έναν συγγραφέα να καταφέρει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον. Είναι πρωταρχικής σημασίας να μπορέσει ένας συγγραφέας να διατηρήσει στοιχεία από τη δική του παιδικότητα και να τα διοχετεύσει στο χαρτί. Και δεν σου κρύβω ότι όσο μεγαλώνω, το βρίσκω όλο και πιο δύσκολο να «μεταπηδώ» στην παιδική μου ηλικία και να σκέφτομαι όπως την εποχή της αθωότητας.
Tο γράψιμο είναι για μένα μια διαδικασία κατανόησης, εξωτερίκευσης συναισθημάτων και σε μερικές περιπτώσεις, αποδοχής.

Το νέο σου βιβλίο, είναι ένα sketchbook, με την ονομασία «My Akamas Mandala Colouring Book». Πώς προέκυψε αυτή η πρωτότυπη ιδέα;
Πρόκειται για τη συνέχεια της προηγούμενης έκδοσης «Η Μαντάλα μου για την Λευκωσία», μέσω της οποίας ήθελα να απεικονίσω τα τείχη της παλιάς Λευκωσίας, χρησιμοποιώντας το σύμβολο της Mandala, το οποίο αντιπροσωπεύει το σύμπαν, την ισορροπία και την ενότητα. Ψάχνοντας για οπτικά ερεθίσματα στην καρδιά της παλιάς πόλης, βρήκα σχέδια σε σιδερένια παράθυρα, πόρτες και πλακάκια παραδοσιακών σπιτιών, τα οποία με βοήθησαν να δημιουργήσω τις δικές μου «Λευκωσιάτικες Μαντάλες». Ως συγγραφέας αισθανόμουν ότι απουσίαζε το κείμενο. Έτσι, συνεργάστηκα με την αρχαιολόγο και ιστορικό τέχνης Άννα Μαραγκού, η οποία με καθοδήγησε με στοιχεία για την ιστορία της Λευκωσίας, ενώ παράλληλα με έπεισε να χρησιμοποιήσω τα ονόματα που δόθηκαν στους προμαχώνες, προς τιμήν των ανθρώπων που έδωσαν χρήματα για να κτιστούν. Ο συνδυασμός με τις μαυρόασπρες Μαντάλες -τις οποίες μπορεί να χρωματίσει κανείς- δίνει στους αναγνώστες την ευκαιρία να χαλαρώσουν και ταυτόχρονα να μάθουν την ιστορία του τόπου τους. Η αποδοχή του βιβλίου «Η Μαντάλα μου για τη Λευκωσία» ήταν ιδιαίτερα θερμή. Προσωπικά, μου αρέσει που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα «εργαλείο», με διάφορες χρήσεις. Μπορεί να διδαχθεί στα σχολεία -στο μάθημα Ιστορίας ή Τέχνης- να δοθεί ως αναμνηστικό ενθύμιο σ΄έναν ξένο επισκέπτη ή να το αγοράσει ένας λάτρης της παλιάς πόλης. Γι΄αυτό, θέλησα να χρησιμοποιήσω το ίδιο concept για να φέρω στο προσκήνιο και άλλες περιοχές της Κύπρου. Το ότι επέλεξα τη Λευκωσία τη δεδομένη στιγμή, δεν ήταν τυχαίο. Το 2017 το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο των συνομιλιών και η προοπτική μιας επανενωμένης πρωτεύουσας, με έκανε να οραματίζομαι τη Λευκωσία χωρίς τη διαχωριστική γραμμή, με το σύμβολο της Mandala να την περιβάλλει. Ο Ακάμας, με τον οποίο καταπιάνομαι στο νέο μου βιβλίο -που κυκλοφορεί από τη abookwormpublication- είναι επίσης μια «ευαίσθητη» περιοχή, που χρειάζεται προστασία. Στο κείμενο έδωσα έμφαση στα φυτά που ευδοκιμούν στην περιοχή και σε συνεργασία με το Τμήμα Δασών, περιλαμβάνει πληροφορίες για την πανίδα και τη χλωρίδα του τόπου μας. Επίσης, περιέχει πληροφορίες για την προστασία της θάλασσας και πώς η μόλυνση της επηρεάζει το φυσικό περιβάλλον. Κάτι που κατάφερα, με την πολύτιμη συνεισφορά του Κέντρου Μελετών και Έρευνας «Ακτή».

Να υποθέσω ότι με τον «Κροκόδειλο», το πρώτο σου βιβλίο, έχεις ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο;
Ο «Κροκόδειλος» είναι το πρώτο μου «παιδί». Νομίζω πως είναι το βιβλίο που μου δίδαξε τα περισσότερα. Πώς μια ιστορία εξελίσσεται σ΄ένα συναρπαστικό ταξίδι μέχρι να ολοκληρωθεί το βιβλίο και να καταλήξει στα χέρια των παιδιών. Μέσα από αυτό, έμαθα από τα λάθη μου και χρησιμοποίησα εποικοδομητικά κάθε κριτική για να βελτιωθώ. Παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια, διαπιστώνω με έκπληξη πως ο κόσμος συνεχίζει να το αναζητά. Για μένα, έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι μου, μια πτυχή του εαυτού μου που δεν παρατηρώ πλέον στην καθημερινότητά μου. Δεν παύω, όμως, να αισθάνομαι ιδιαίτερα περήφανη για τον «Κροκόδειλο» και δεν σου κρύβω ότι θα ήθελα κάποια στιγμή να το δω σε κάποια άλλη μορφή, ίσως ως θεατρικό έργο. Το κάθε βιβλίο μου είναι ξεχωριστό για μένα, τόσο λόγω του περιεχομένου, όσο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε.

Το δεύτερο σου βιβλίο, με τίτλο «Πετώντας σε κόκκινους ουρανούς», σου έφερε μια υποψηφιότητα στα Κυπριακά Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Τότε, ένιωσες μεγαλύτερη σιγουριά γι΄αυτό που κάνεις και ότι η δουλειά σου έχει απήχηση;
Ήταν τιμή μου! Ένιωσα ότι αναγνωρίστηκε η δουλειά μου. Ωστόσο, αυτή τη σιγουριά στην οποία αναφέρεσαι, την αισθάνθηκα απ’ τα σχόλια που εισέπραξα από τους ίδιους τους αναγνώστες, τα οποία με ενθάρρυναν ακόμη περισσότερο. Το γεγονός ότι προηγήθηκε, το 2007, η βράβευση του «Κροκόδειλου» με το Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης, με χαροποίησε ιδιαίτερα, γιατί είδα ότι αναγνωρίστηκε η πολύτιμη συνεισφορά των συνεργατών μου στο βιβλίο μου. Και αυτό για μένα, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πάντα επιλέγω τα βιβλία μου να συνοδεύονται από εικόνες.
Ένας ενήλικας μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο μια φορά και μετά θα το «στολίσει» σε μια βιβλιοθήκη. Αντιθέτως, ένα παιδί μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο είκοσι φορές συνεχόμενες και πάντα βρίσκει στοιχεία που θα του κεντρίσουν το ενδιαφέρον. Οπότε, είναι τεράστια πρόκληση για έναν συγγραφέα να καταφέρει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον.

Πώς «μεταπήδησες» από τα παιδικά βιβλία σε μια ποιητική συλλογή;
Το «Come Forth» εκδόθηκε σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Σε εκείνη τη φάση, αισθάνθηκα ότι είχα ανάγκη να εξερευνήσω. Ο ελεύθερος στίχος ήταν ο ιδανικός για εκείνα που ήθελα εκφράσω, έστω και αν πρόκειται για ένα είδος που δεν θεωρώ ότι είμαι ιδιαίτερα καλή. Για μένα, όμως, ήταν ένα πείραμα και νοσταλγώ εκείνη την εποχή. Είναι ένα τρανό παράδειγμα πώς μπορεί να διαφοροποιηθεί η γραφή σου και συνάμα να κατανοήσεις πτυχές του χαρακτήρα σου και να τις ξεδιπλώσεις προς τον αναγνώστη.

Αισθάνεσαι ότι η καθημερινή τριβή με τον γραπτό λόγο λόγω της επαγγελματικής σου ενασχόλησης με τη δημοσιογραφία, σε κάνει να ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερο τις δυνατότητες της γραφής σου;
Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των κειμένων της δημοσιογραφίας και της δημιουργικής γραφής, ειδικά όταν απευθύνεσαι σε παιδιά, για τους λόγους που προανέφερα. Παρόλο που διαχωρίζω τα δυο είδη, εντούτοις θα έλεγα πως το ένα ενισχύει το άλλο. Το γεγονός ότι γράφω καθημερινά ένεκα της δουλειάς μου, εμπλουτίζει τη γραφή μου, καθώς διαρκώς αναζητώ διαφορετικό λεξιλόγιο και τρόπους για να εκφραστώ. Όσο περνάει ο καιρός, το κείμενο βγαίνει αβίαστα κι έτσι έχω τη δυνατότητα να επικεντρώνομαι σε λεπτομέρειες και να εμβαθύνω σε εκείνο που γράφω.

Tα βιβλία σου είναι πάντοτε στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα. «Μοιρασμένα», όπως κι εσύ, ανάμεσα σε δυο κουλτούρες. Ήταν δύσκολο για σένα να εγκατασταθείς σε μια άλλη χώρα, στην προκειμένη στην Κύπρο, στην ηλικία των εννιά ετών;
Σε εκείνη την ηλικία, νομίζω πως δεν είχα συνειδητοποιήσει τι σημαίνει πραγματικά να μεγαλώνεις ανάμεσα σε δυο κουλτούρες. Απλώς, βίωνα την καθημερινότητά μου, όπως διαμορφωνόταν. Χρόνια αργότερα, ήρθα αντιμέτωπη με την πραγματικότητα και πώς αυτοί οι δυο κόσμοι με επηρέασαν ως προσωπικότητα. Ήταν σαν να έπρεπε να επιλέξω σε ποιον από τους δυο ανήκα ή με ποιον ταυτιζόμουν περισσότερο. Υπήρχαν φορές που αισθανόμουν άβολα να δείξω στην οικογένεια μου στο Βέλγιο τις επιρροές που είχα δεχθεί από την Κύπρο. Από την άλλη, έβρισκα εξαιρετικά δύσκολο να απαλλαχθώ από την «ταμπέλα» της ξένης που μου είχαν κολλήσει εδώ. Όλο αυτό, το «κουβάλησα» για χρόνια στις πλάτες μου. Μερικές φορές, ακόμη το αισθάνομαι, αν και πλέον συμβαίνει σπάνια. Τελικά, ανακάλυψα ότι το να μάθω την κυπριακή διάλεκτο ήταν ο μεγαλύτερος μου «σύμμαχος», ενώ κατάφερα να συνδυάσω τα καλύτερα στοιχεία από τους δυο αυτούς κόσμους. Η πλάκα είναι ότι όταν ταξιδεύω στη Γαλλία, ο κόσμος συμπεραίνει από την προφορά μου πως είμαι από το Βέλγιο, ενώ όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα υποθέτουν ότι είμαι Κύπρια, πάλι λόγω προφοράς. Όταν τους εξηγώ ότι είμαι από το Βέλγιο, αλλά έχω μεγαλώσει στην Κύπρο, πάντα μου ζητάνε να τους πω περισσότερα για μένα. Ίσως το ότι αισθάνομαι Κύπρια και Βελγίδα, απλώς σημαίνει πως έχω περισσότερες ιστορίες να διηγηθώ (γέλια).
Πολλές φορές, πιάνω τον εαυτό μου να κολλά σε συγκεκριμένες ιδέες και αυτό είναι μια διαδικασία που με κουράζει. Η λύτρωση έρχεται όταν επιτέλους αποτυπώνω τις σκέψεις μου στο χαρτί.

Πώς ορίζεις την επιτυχία των βιβλίων σου; Από τις πωλήσεις ή απ’ τα σχόλια που θα ακούσεις από τον κόσμο;
Είναι όνειρο για μένα να μπορώ να βιοποριστώ απ’ τα βιβλία μου. Υποθέτω πως αυτό, σ΄ένα βαθμό, θα καθόριζε την επιτυχία τους. Η αλήθεια, όμως, είναι πως ποτέ δεν σκέφτηκα τις πωλήσεις ως «βαρόμετρο» για τα βιβλία μου. Εγώ χαίρομαι όταν συνομιλώ με τους αναγνώστες και επισκέπτομαι διάφορα σχολεία, όπου αφηγούμαι τις ιστορίες μου. Δεν θα ξεχάσω που ένα εννιάχρονο αγόρι μού είπε πόσο του άρεσε η ιστορία μου και με ρώτησε πώς τη σκέφτηκα. Εξίσου μεγάλη ανταμοιβή, είναι η εμπιστοσύνη που μου δείχνουν ενήλικες και παιδιά στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής που διοργανώνω. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που αισθάνομαι απέραντη ευγνωμοσύνη.

Εκτός από το γράψιμο, ασχολείσαι και με την τέχνη της φωτογραφίας. Σου αρέσει να κυκλοφορείς με τη φωτογραφική σου και να «εγκλωβίζεις» σ΄αυτήν στιγμές και πρόσωπα;
Σπάνια φωτογραφίζω πρόσωπα ή άτομα, εκτός και αν είναι μέρος μιας ευρύτερης εικόνας που θέλω να αποτυπώσω. Πολλές φορές, χρησιμοποιώ τις φωτογραφίες που βγάζω ως «τεκμήριο» μιας ιστορίας που θέλω να αφηγηθώ. Με τις Μαντάλες, για παράδειγμα, οι φωτογραφίες αποτέλεσαν τη βάση για να τις ζωγραφίσω. Παράλληλα, οι φωτογραφίες συχνά συνοδεύουν τα άρθρα που γράφω για αρκετά ΜΜΕ, με τα οποία συνεργάζομαι. Αλλά πέρα από ένα σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου, η φωτογραφία είναι κι ένα απ’ τα χόμπι μου.

Μου δίνεις την αίσθηση πως είσαι μια γυναίκα σε συνεχή κίνηση, που διαρκώς αισθάνεται την ανάγκη να δημιουργεί. Ισχύει;
Τι είναι η ζωή χωρίς τη δημιουργία; Και τι είναι δημιουργία χωρίς δράση, εξερεύνηση και περιπέτεια; Θεωρώ ότι ο πιο εύκολος τρόπος για να κατανοήσουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε, είναι με το να βρισκόμαστε μονίμως σε κίνηση, η οποία ουσιαστικά υποκινεί και την αλλαγή. Κι εγώ επιδιώκω τις αλλαγές. Προτιμώ, όμως, να θεωρώ τον εαυτό μου ως μια δυναμική γυναίκα, παρά ως δραστήρια.

Και πότε χαλαρώνεις; Γράφοντας ή διαβάζοντας ένα βιβλίο;
Με το γράψιμο. Η ανάγνωση διεγείρει τις αισθήσεις, καθώς σε καλεί να οραματιστείς, να κατανοήσεις και να ενσωματώσεις έννοιες και ιδέες, τα οποία αντιλαμβάνεσαι μέσα από την οπτική ενός συγγραφέα. Και αυτό είναι συναρπαστικό και μαγευτικό, δεδομένου ότι απολαμβάνεις αυτό το οποίο διαβάζεις! Η διαδικασία γραφής, από την άλλη, γίνεται μέσα από μια εσωτερική διεργασία, η οποία στην τελική είναι χαλαρωτική, διότι εξωτερικεύεις τα συναισθήματά σου. Πολλές φορές, πιάνω τον εαυτό μου να κολλά σε συγκεκριμένες ιδέες και αυτό είναι μια διαδικασία που με κουράζει. Η λύτρωση έρχεται όταν επιτέλους αποτυπώνω τις σκέψεις μου στο χαρτί!

https://impossible.works/new-works/new-identity/melissa-hekkers

Print Friendly, PDF & Email

About Melissa Hekkers

I am freelance journalist and author, who has frequently been featured in mainstream news outlets and other publications in Cyprus. Recently, I've been focusing on developing my writing, promoting my own books and teaching creative writing to children and adults. My most recent publication (2020) - Amir's Blue Elephant- pushes the boundaries of creative non-fiction, and recreates the moments that marked me the most, whilst volunteering in refugee camps in Lesvos, Greece, and during her ongoing involvement with the refugee community in Cyprus. In 2018 I published My Capre Greco Mandala which is the third in a series, an interactive colouring book about the biodiversity of the Cape Greco peninsula in Cyprus. My Akamas Mandala, the second in the series, is a colouring book inspired by the variety of endemic plants found on the Akamas Peninsula. In 2016, I published My Nicosia Mandala, the first of the above series, an innovative, interactive colouring book about the historic fortifications of the old town of Nicosia. I also focuses on silenced communities in Cyprus: I writes about migrants and refugees, both as a reporter and a features writer; I profile them and teach them creative writing skills. In 2007, soon after graduating with a Communications degree, I published my first children’s book in both English and Greek entitled Crocodile, which won the Cyprus State Illustration Award. In 2012, I launched my second children’s book Flying across Red Skies (in English and Greek), using an experimental approach to literature, for which I was nominated for the Cyprus State Literary award. My third, similarly well-received children’s book was Pupa (Greek and English), published in 2014. In between the last two books, I published my first free-verse poetry book entitled Come-forth. In 2019 she was contributing author to the anthology Nicosia Beyond Barriers: Voices from a Divided City, published by Saqi Books, London